Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

April shower


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο shower παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: April

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shower,
shower bath
n
(place for bathing)ντουσιέρα, ντουζιέρα ουσ θηλ
  ντους ουσ ουδ άκλ
 The shower in my bathroom is very small.
shower,
shower bath
n
(bathing in sprayed water)ντους ουσ ουδ άκλ
  (επίσημο, σπάνιο, δύσχρηστο)καταιονισμός ουσ αρσ
 I prefer a shower to a bath.
 Το ντους μου αρέσει καλύτερα από το μπάνιο.
shower⇒ vi (bathe in a shower bath)κάνω ντους περίφρ
 He showered after going to the gym.
 Έκανε ντους μετά το γυμναστήριο.
shower n (light rainfall) (όχι δυνατή)βροχή επίθ + ουσ θηλ
  (επίσημο)ελαφρά βροχόπτωση επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)ψιχάλα, βροχούλα ουσ θηλ
  ψιχάλισμα, ψιχαλητό, ψιλόβροχο ουσ ουδ
 Showers are expected for Tuesday, but on Wednesday we will have thunderstorms.
 Ελαφρές βροχοπτώσεις αναμένονται την Τρίτη, ενώ την Τετάρτη θα έχουμε καταιγίδες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shower n (hail) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 The hail shower left some cars damaged.
 Η χαλαζόπτωση προκάλεσε ζημιές σε μερικά αυτοκίνητα.
shower n mainly US (party) (σπάνιο)shower ουσ ουδ άκλ
  πάρτι ουσ ουδ άκλ
  γιορτή ουσ θηλ
 Her friends threw her a baby shower when she was 6 months' pregnant.
 Οι φίλες της, της έκαναν baby shower όταν ήταν έξι μηνών έγκυος.
shower n UK, informal (unpleasant people)συφερτός ουσ αρσ
 What a shower they are!
shower vi (fall: tears, sparks) (δάκρυα)τρέχω, κυλάω ρ αμ
  (σπινθήρας)πέφτω ρ αμ
 Tears showered down her cheeks.
shower [sb] with [sth]⇒ vtr (outpouring) (μτφ: κπ με κτ)περιλούζω, λούζω ρ μ
  (μτφ: κπ σε κτ)πνίγω ρ μ
 His fans showered him with love after his latest win.
shower [sth/sb]⇒ vtr (wet)βρέχω ρ μ
  (καθομ: βρέχω εντελώς)καταβρέχω, περιλούζω ρ μ
 He sprayed the hose at the little girls and showered them with water.
shower [sb/sth] with [sth]⇒ vtr (cover with [sth]) (κπ/κτ με κτ)γεμίζω, λούζω, σκεπάζω, καλύπτω ρ μ
  (παθητική: από κάτι)είμαι γεμάτος, είμαι σκεπασμένος, είμαι καλυμμένος ρ έκφρ
  (μτφ, παθητική: σε κάτι)είμαι βουτηγμένος ρ έκφρ
  (μτφ, παθητική: από κάτι)είμαι λουσμένος ρ έκφρ
 The photo showed the bride and groom showered with confetti.
 Στη φωτογραφία ο γαμπρός και η νύφη ήταν λουσμένοι σε κονφετί.
shower [sb/sth] with [sth] vtr figurative (bombard: with bullets)σφυροκοπώ ρ μ
  (μεταφορικά)γαζώνω ρ μ
 The enemy was showering them with gunfire.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
baby shower n US (gift-giving party for unborn baby)μη διαθέσιμη μετάφραση
Σχόλιο: δεν υπάρχει αντιστοιχία
 Jana had to leave the baby shower early to go to the hospital.
bridal shower n (party for bride)bridal shower ουσ ουδ άκλ
Σχόλιο: Πρόκειται για πάρτυ για τη νύφη πριν από τον γάμο. Δεν συνηθίζεται ιδιαίτερα στην Ελλάδα.
cold shower n (shower: in cold water) (κυριολεκτικά)κρύο ντους ουσ ουδ
 After the soccer game, I went home and took a cold shower.
cold shower n figurative (reception: unenthusiastic) (μεταφορικά)ψυχρή υποδοχή,ψυχρολουσία ουσ θηλ
diverter,
shower diverter
n
(valve: in shower)βαλβίδα εκτροπής φρ ως ουσ θηλ
golden shower (botany)κασσία ουσ θηλ
  κάσσια φιστούλα φρ ως ουσ θηλ
have a shower v expr (wash oneself under water spray)κάνω ντους έκφρ
 I think I'll go and have a shower.
hot shower n (wash under heated water spray)ζεστό ντους έκφρ
 I always feel cleaner after having a hot shower.
meteor shower (astronomy)βροχή μετεωριτών έκφρ
rain shower n (short burst of rain)μπόρα, νεροποντή ουσ θηλ
 I got caught in a rain shower on my way to work and wished I had taken an umbrella.
shower cap n (head covering worn in shower)σκουφάκι για το μπάνιο φρ ως ουσ ουδ
 Fiona didn't want to get her hair wet in the shower, so she put on her shower cap.
shower curtain n (waterproof sheet around a shower)κουρτίνα ντους έκφρ
 She hung a crisp white shower curtain to complete the remodeled bathroom.
shower gel n (liquid soap product)αφρόλουτρο ουσ ουδ
  αφροντούς ουσ ουδ άκλ
shower head n (nozzle of a shower attachment)κεφαλή ντους ουσ θηλ
  τηλέφωνο ντους ουσ ουδ
 The shower head was clogged with limescale, so the water was coming out in a trickle.
shower room n (room for taking showers) (συχνά πληθυντικός)ντους ουσ ουδ άκλ
shower stall (shower compartment)καμπίνα του ντους φρ ως ουσ θηλ
shower tray n (floor sink in a shower unit)ντουζιέρα, ντουσιέρα ουσ θηλ
shower unit n (fitted shower)ντουζιέρα έκφρ
 The shower unit can be easily installed in two hours.
snow shower n (snowfall)χιονόπτωση ουσ θηλ
 There was a heavy snow shower on Christmas Eve.
sunshower,
sun shower
n
(sunshine with rain)ήλιος με βροχή έκφρ
take a shower v expr (wash under a water spray)κάνω ένα ντους περίφρ
 I'm sweating like a horse – I'd better go and take a shower.
 Ιδρώνω πάρα πολύ, καλύτερα να πάω να κάνω ένα ντους.
thought shower n figurative (brainstorm)καταιγισμός ιδεών φρ ως ουσ αρσ
thunder shower n (rainstorm)καταιγίδα ουσ θηλ
  (κατά λέξη)παροδική καταιγίδα επίθ + ουσ θηλ
wedding shower n US (party where bride-to-be is given gifts) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 Χρησιμοποιείται ο όρος bridal shower.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση April shower στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «April shower».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!